Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

Οικογένεια-Ρίζες Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης γεννήθηκε την 18η Οκτωβρίου 1918 στα Χανιά της Κρήτης. Είναι παντρεμένος με την Μαρίκα Γιαννούκου με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά: τη Ντόρα, την Αλεξάνδρα, την Κατερίνα και τον Κυριάκο. Ο Μητσοτάκης προέρχεται από οικογένεια Κρητών με μακρά πολιτική παράδοση. Ο παππούς του Κωστής Μητσοτάκης (1845-1898), επ' αδελφή γαμβρός του Ελευθερίου Βενιζέλου, υπήρξε ιδρυτής του "Κόμματος των Ξυπόλητων", το οποίο αργότερα παρέλαβε από αυτόν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και μετονόμασε σε "Κόμμα των Φιλελευθέρων".
Ο γερο-Κωστής Μητσοτάκης, σύζυγος της Κατίγκως, το γένος Βενιζέλου, υπήρξε από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της εποχής του. Μετά τον θάνατό του, το 1898, η ελληνική κυβέρνηση τον τίμησε, ψηφίζοντας στη Βουλή νόμο για την απονομή τιμητικής σύνταξης στη χήρα και τα ορφανά παιδιά του. Ο πατέρας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Κυριάκος Μητσοτάκης (1883-1944), ήταν βουλευτής Χανίων και στον Βαλκανικό Πόλεμο του 1912, ηγούμενος σώματος Κρητών εθελοντών, πολέμησε στη Μακεδονία και την Ήπειρο. Ο αδελφός του πατέρα του, Αριστομένης Μητσοτάκης (1884-1941), ήταν επίσης βουλευτής Χανίων, διετέλεσε υπουργός Εθνικής Οικονομίας στην Κυβέρνηση Παπαναστασίου και αντιπρόεδρος της Βουλής. Ηγήθηκε του κινήματος που εκδηλώθηκε στα Χανιά της Κρήτης, το καλοκαίρι του 1938, εναντίον του καθεστώτος Μεταξά, μετά την αποτυχία του οποίου κατέφυγε στην Κύπρο όπου και πέθανε εξόριστος το 1941. Αλλά και από την πλευρά της μητέρας του, ο παππούς του Χαράλαμπος Πλουμιδάκης (1866-1943), πρωτοξάδελφος του Ελευθερίου Βενιζέλου, υπήρξε και αυτός βουλευτής και υπουργός την περίοδο της Κρητικής Πολιτείας. Κατοχή-Αντίσταση Παρά την πολιτική παράδοση της οικογενείας του ο Μητσοτάκης δεν είχε την πρόθεση να αναμιχθεί στην πολιτική μετά την απελευθέρωση. Η ανάμιξή του όμως κατέστη αναπόφευκτη εν μέρει διότι αφενός ο πατέρας του και ο θείος του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε κανείς να εκπροσωπήσει πολιτικά την οικογένεια και αφετέρου λόγω του κύρους και της αναγνώρισης, που είχε κερδίσει κατά τη διάρκεια της αντίστασης. Την περίοδο εκείνη αποφάσισε να επανεκδώσει την τοπική εφημερίδα "ΚΗΡΥΞ" των Χανίων, η κυκλοφορία της οποίας είχε διακοπεί στο διάστημα της γερμανικής κατοχής. Ιδρυτής της υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και συνεχίζει και σήμερα να εκδίδεται. Μετά την κατοχή εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946, με την Εθνική Πολιτική Ένωση του Σοφοκλή Βενιζέλου. Σε ηλικία 28 ετών ήταν ο νεώτερος βουλευτής της πρώτης μεταπολεμικής Βουλής, όπου με την πρώτη του κοινοβουλευτική ομιλία, πήρε θέση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Τη θέση αυτή υποστήριξε και στο πρώτο δημοψήφισμα και τη διατήρησε σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία. Ως στέλεχος της Εθνικής Αντίστασης ανέλαβε πολιτικές πρωτοβουλίες προς την κατεύθυνση της συνεννόησης των αντιστασιακών οργανώσεων, της ΕΟΚ και του υπό κομμουνιστικό έλεγχο Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), για την αποφυγή του εμφυλίου πολέμου. Κάτι που τελικά επετεύχθη μόνο στην Κρήτη. Την 7 Νοεμβρίου 1943 υπεγράφη στο Θέρισσο συμφωνία μεταξύ των οργανώσεων ΕΟΚ και ΕΑΜ, την οποία διαπραγματεύθηκαν και υπέγραψαν ο Μητσοτάκης από την πλευρά της ΕΟΚ και ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης από την πλευρά του ΕΑΜ (κείμενο γραμμένο από το χέρι του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη). Η συμφωνία αυτή συμπληρώθηκε με την συμφωνία της Τρομάρισσας, η οποία υπεγράφη την 15 Σεπτεμβρίου 1944. 1946 Πρώτη Βουλευτική Εκλογή Παρά την πολιτική παράδοση της οικογενείας του ο Μητσοτάκης δεν είχε την πρόθεση να αναμιχθεί στην πολιτική μετά την απελευθέρωση. Η ανάμιξή του όμως κατέστη αναπόφευκτη εν μέρει διότι αφενός ο πατέρας του και ο θείος του είχαν πεθάνει και δεν υπήρχε κανείς να εκπροσωπήσει πολιτικά την οικογένεια και αφετέρου λόγω του κύρους και της αναγνώρισης, που είχε κερδίσει κατά τη διάρκεια της αντίστασης. Την περίοδο εκείνη αποφάσισε να επανεκδώσει την τοπική εφημερίδα "ΚΗΡΥΞ" των Χανίων, η κυκλοφορία της οποίας είχε διακοπεί στο διάστημα της γερμανικής κατοχής. Ιδρυτής της υπήρξε ο Ελευθέριος Βενιζέλος και συνεχίζει και σήμερα να εκδίδεται. Μετά την κατοχή εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής Χανίων στις εκλογές της 31 Μαρτίου 1946, με την Εθνική Πολιτική Ένωση του Σοφοκλή Βενιζέλου. Σε ηλικία 28 ετών ήταν ο νεώτερος βουλευτής της πρώτης μεταπολεμικής Βουλής, όπου με την πρώτη του κοινοβουλευτική ομιλία, πήρε θέση υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας. Τη θέση αυτή υποστήριξε και στο πρώτο δημοψήφισμα και τη διατήρησε σε ολόκληρη την πολιτική του σταδιοδρομία. Κόμμα Φιλελευθέρων-Ένωση Κέντρου Έκτοτε εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής με το Κόμμα των Φιλελευθέρων ή τα κόμματα του Κέντρου, μέχρι το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967. Συγκεκριμένα εκλέγεται: το 1950 και το 1951 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων, το 1952 με το συνδυασμό ΕΠΕΚ/Φιλελεύθεροι, το 1956 με τη Δημοκρατική Ένωση, το 1958 με το Κόμμα των Φιλελευθέρων και το 1961, 1963, 1964 με την Ένωση Κέντρου. Ανέλαβε για πρώτη φορά κυβερνητική ευθύνη ως υφυπουργός Οικονομικών από το Φεβρουάριο του 1951 μέχρι το Νοέμβριο του 1951, σε ηλικία 32 ετών. Την ίδια περίοδο, για ένα διάστημα, ανέλαβε ταυτόχρονα τα Υπουργεία Συγκοινωνιών και Δημοσίων Έργων. Στην περίοδο 1952-1956 καθιερώθηκε ως διακεκριμένος κοινοβουλευτικός άνδρας. Το Μάρτιο του 1955, σε σχετική συζήτηση στη Βουλή υπερασπίστηκε το λογοτεχνικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη. Τα ηγετικά του προσόντα είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται και στη μεγάλη κρίση ηγεσίας του Κόμματος των Φιλελευθέρων το 1958, σε ηλικία 40 ετών, έθεσε υποψηφιότητα για την αρχηγία της παρατάξεως και ψηφίστηκε από το 1/3 των βουλευτών του κόμματος. Πάντα στόχος του ήταν η ενότητα του Κέντρου. Έτσι, σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην προσπάθεια συνενώσεως των κεντρώων δυνάμεων και τη δημιουργία της Ενώσεως Κέντρου το 1961, όταν μετά το θάνατο του Γ. Καρτάλη και σε συνεργασία με άλλους νέους πολιτικούς της παρατάξεως, προωθήθηκε στην ηγεσία του κόμματος ο Γεώργιος Παπανδρέου. Υπήρξε βασικό στέλεχος της Ενώσεως Κέντρου και πρωταγωνιστής του "Ανένδοτου Αγώνα". Διετέλεσε υπουργός Οικονομικών στις Κυβερνήσεις του Γεωργίου Παπανδρέου το 1963 και 1964. Μετά την 15 Ιουλίου του 1965 ανέλαβε Υπουργός Συντονισμού. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης έπαιξε σημαντικό ρόλο στην κρίση του Ιουλίου του 1965, γεγονός που σημάδεψε την περαιτέρω πορεία του. Αφού κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να αποφευχθεί η κρίση, συμμετέσχε στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε από τα στελέχη της Ενώσεως Κέντρου που διαφωνούσαν προς την πολιτική της ρήξης με το Βασιλέα. Αποκαλυπτική για το χρονικό της κρίσης είναιη ομιλία του στη Βουλή στις 3 Αυγούστου του 1965. Μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες (κυβερνήσεις Γεωργίου Αθανασιάδη-Νόβα και Ηλία Τσιριμώκου), σχηματίσθηκε η κυβέρνηση Στεφάνου Στεφανοπούλου που έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης το Σεπτέμβριο του 1966. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διετέλεσε υπουργός Συντονισμού στις κυβερνήσεις Νόβα και Στεφανοπούλου. Οι οικονομικοί δείκτες των ετών 1965-1966 υπήρξαν από τους πιο ικανοποιητικούς μέχρι τότε παρά τις πολιτικά υποκινούμενες απεργιακές κινητοποιήσεις. Παράλληλα, κατά το τέλος του 1965 ελήφθησαν ριζικά νομισματικά μέτρα που επέφεραν την εκτόπιση της χρυσής λίρας από την ελληνική οικονομία με απώτερα αποτελέσματα την εισροή μεγάλων ποσοτήτων χρυσών λιρών στην Τράπεζα της Ελλάδος, τη σημαντική αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων, την ανακοπή διαρροής συναλλάγματος και εν γένει την εμπέδωση της νομισματικής σταθερότητας. Η κυβέρνηση Στεφανοπούλου όμως ανετράπη τον Δεκέμβριο του 1966, μετά από μυστική συμφωνία του τότε Βασιλέα Κωνσταντίνου με τους Γεώργιο Παπανδρέου και Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Η συμφωνία εκείνη, την οποία αποκάλυψε και κατήγγειλε η εφημερίδα "Ελευθερία" την 1 Ιανουαρίου 1967 με τίτλο "Μνημόνιον της Συνωμοσίας", είναι σήμερα ιστορικά βεβαιωμένη και ομολογημένη από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της, οδήγησε δε στο σχηματισμό της κυβερνήσεως Παρασκευοπούλου από εξωκοινοβουλευτικές προσωπικότητες. Ο Μητσοτάκης, ως εκπρόσωπος του κόμματος "Φιλελεύθερον Δημοκρατικόν Κέντρον" (ΦΙ.ΔΗ.Κ.), ζήτησε από το βήμα της Βουλής, το σχηματισμό κυβέρνησης με συμμετοχή των δύο μεγάλων κομμάτων, επισημαίνοντας από τότε τον κίνδυνο της δικτατορίας. Η αδικαιολόγητη όμως ανατροπή της κυβέρνησης Παρασκευοπούλου από τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο άνοιξε το δρόμο για τη συνταγματική εκτροπή. Το βράδυ του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών την 21η Απριλίου του 1967, συνελήφθη μεταξύ των πρώτων και μετεφέρθη με άλλους πολιτικούς ηγέτες στο Κέντρο Τεθωρακισμένων στο Γουδί. Από εκεί οδηγήθηκε την επομένη στο Πικέρμι και στη συνέχεια ετέθη υπό κατ' οίκον περιορισμό. Ο Μητσοτάκης ήταν ο πρώτος που πρότεινε σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή για να μεταβεί ομαλά η χώρα στη δημοκρατία, σε δήλωσή του για το "δημοψήφισμα" της χούντας το 1968. Με αφορμή τη δήλωση αυτή καταδιώχθηκε από τη χούντα και αναγκάστηκε να διαφύγει στο εξωτερικό. Την 15η Αυγούστου 1968 ξεκίνησε κρυφά με πλοιάριο από τη Ραφήνα, διέσχισε το Αιγαίο και έφθασε στην Τουρκία. Από εκεί μετέβη στο Παρίσι όπου θα παραμείνει εξόριστος για τα έξι επόμενα χρόνια. Η Δικτατορία έθεσε υπό κατ' οίκον περιορισμό την οικογένεια του και αρνήθηκε να της επιτρέψει την έξοδο από την Ελλάδα μέχρι τον Ιούνιο του 1969 οπότε και της χορηγήθηκε άδεια εξόδου. Η οικογένεια Μητσοτάκη ενώνεται και πάλι στο Παρίσι, όπου και παραμένει εξόριστη μέχρι το φθινόπωρο του 1973. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης συνεργάστηκε στο εξωτερικό με όλες τις αντιστασιακές δυνάμεις και υπήρξε ο στενότερος συνεργάτης του Καραμανλή στο Παρίσι. Με την άρση του Στρατιωτικού Νόμου, τον Οκτώβριο του 1973, επέστρεψε στην Ελλάδα. Φυλακίστηκε ξανά από το καθεστώς Ιωαννίδη στις φυλακές Χανίων τον Ιούλιο του 1974. Η αποκατάσταση της Δημοκρατίας και η επιστροφή του Καραμανλή στην Ελλάδα τον βρήκαν στη φυλακή ξανά. Παρά την στενή του συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, δεν περιελήφθη στους συνδυασμούς της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 1974 και κατέβηκε μόνος ως ανεξάρτητος υποψήφιος βουλευτής στον νομό Χανίων. Δεν εξελέγη παρά τον μεγάλο αριθμό ψήφων που συγκέντρωσε. Εξελέγη όμως βουλευτής τον Νοέμβριο του 1977, επικεφαλής του μικρού κεντρώου Κόμματος των Νεοφιλελεύθερων, το οποίο κέρδισε δύο βουλευτικές έδρες. Τον Μάιο του 1978 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής εξήγγειλε την πολιτική της διεύρυνσης του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας προς το Κέντρο. Ο Μητσοτάκης προσχώρησε στη Νέα Δημοκρατία και ανέλαβε το υπουργείο Συντονισμού στην κρίσιμη τριετία πριν από την ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Στην κυβέρνηση Γεωργίου Ράλλη, που σχηματίστηκε τον Μάιο του 1980, ανέλαβε το υπουργείο Εξωτερικών μέχρι τις εκλογές του 1981. Ως υπουργός Εξωτερικών άρχισε διάλογο με την Τουρκία, επισκέφθηκε την Άγκυρα και αναθέρμανε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Παράλληλα πέτυχε την επανένταξη της Ελλάδος στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, από το οποίο είχε η χώρα αποχωρήσει το 1974 λόγω της παθητικής στάσης της συμμαχίας έναντί της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Από τον Οκτώβριο του 1981 μέχρι τον Αύγουστο του 1984 διετέλεσε κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας. Την 1η Σεπτεμβρίου του 1984 η Κοινοβουλευτική Ομάδα του Κόμματος τον εξέλεξε πρόεδρο με μεγάλη πλειοψηφία. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1985, η Νέα Δημοκρατία, υπό την ηγεσία του και με σαφή φιλελεύθερη ιδεολογική - πολιτική πλατφόρμα, συγκέντρωσε ποσοστό 40,84% έναντι 45,85% του ΠΑΣΟΚ. Ο προεκλογικός αγώνας υπήρξε οξύτατος και κατά τη διάρκειά του χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του πλαστά στοιχεία, στη χάλκευση των οποίων είχε αναμιχθεί η μυστική υπηρεσία της Ανατολικής Γερμανίας "ΣΤΑΖΙ", όπως απεκαλύφθη από τους ίδιους τους πρώην Γερμανούς πράκτορες σε τηλεοπτική εκπομπή στις αρχές του 2001. Μετά τις εκλογές για να αντιμετωπίσει αμφισβήτησή του από τον Κ. Στεφανόπουλο ζήτησε και πέτυχε την επαναβεβαίωση της εμπιστοσύνης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας με ακόμα μεγαλύτερη πλειοψηφία. Ο Στεφανόπουλος αποχώρησε από το κόμμα, επικεφαλής ομάδας βουλευτών, ιδρύοντας την ΔΗ.ΑΝΑ. Το Μάιο του 1986, ένα χρόνο μετά την προσωπική επίθεση που δέχτηκε, το Βρετανικό Κοινοβούλιο τίμησε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη για την αντιστασιακή του δράση κατά τη διάρκεια της κατοχής. Στις εκλογές του Ιουνίου του 1989 η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του εξελέγη πρώτο κόμμα με ποσοστό 44,2%, χωρίς όμως να επιτύχει αυτοδυναμία λόγω του εκλογικού νόμου. Η αλλαγή του πραγματοποιήθηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ τις παραμονές των εκλογών. Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης διαπραγματεύτηκε με την ηγεσία του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Αυτό ήταν απαραίτητο για να αποφευχθεί η παραγραφή αδικημάτων, κυρίως σε σχέση με το σκάνδαλο Κοσκωτά, και στα οποία υπήρχαν ενδείξεις ανάμιξης πολιτικών προσώπων. Με πρόταση της Νέας Δημοκρατίας και συμφωνία του Συνασπισμού σχηματίζεται κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον βουλευτή Αθηνών της Νέας Δημοκρατίας Τζαννή Τζαννετάκη, και στην οποία για πρώτη φορά στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της Ελλάδας συμμετείχαν ως υπουργοί και στελέχη από το χώρο της Αριστεράς. Με την κυβέρνηση αυτή, τόσο με το σχηματισμό της όσο και με τα νομοθετήματά της, ετέθη οριστικό τέλος στις διχαστικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου. Την 26η Σεπτεμβρίου 1989 δολοφονήθηκε από την τρομοκρατική οργάνωση "17Νοέμβρη" ο γαμπρός και στενός συνεργάτης του Κ. Μητσοτάκη Παύλος Μπακογιάννης. Μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου του 1989, στις οποίες η Νέα Δημοκρατία αύξησε το ποσοστό της σε 46,2% χωρίς να πετύχει και πάλι αυτοδύναμη πλειοψηφία, σχηματίστηκε Οικουμενική Κυβέρνηση υπό τον καθηγητή Πανεπιστημίου οικονομολόγο Ξενοφώντα Ζολώτα. Μετά τη νίκη της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές της 8ης Απριλίου του 1990, με ποσοστό 46,88%, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης σχημάτισε αυτοδύναμη Κυβέρνηση και ορκίστηκε Πρωθυπουργός την 11η Απριλίου του 1990. Στο πρόγραμμα της κυβερνήσεώς του στον οικονομικό τομέα, έθεσε ως πρώτη αναπόφευκτη προτεραιότητα τη σταθεροποίηση της οικονομίας με τη μείωση των δημοσίων ελλειμμάτων και του πληθωρισμού, ενώ παράλληλα προσπάθησε να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό της χώρας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, μπροστά στην ευρωπαϊκή πρόκληση.
Σελίδα: Αρέσει σε 122.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου